Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Βολβοί


Βολβοί 

Γλαστρίτσα με χώμα. Την ξεχορτιαράζεις, την ποτίζεις λίγο. Και λίγες μέρες μετά έχουν σκάσει κορφές πράσινες. Κάτω από το χώμα κοιμάται η ζωή. 





 Όπου ο σπόρος που πεθαίνει. Όπου  αυτό που φαίνεται δεν σημαίνει και ότι είναι. Όπου η άνοιξη έρχεται και κανένας δεν μπορεί να την παραγγείλει. Να είναι ανθισμένη, να έχει λιακάδες, να έχει ουρανό καταγάλανο. Η άνοιξη που δικαιούται να βρέχει, να είναι γκρίζα, πικρή, μουντή και αγνώριστη. Η άνοιξη που την περιμένουμε αλλά είναι δύστροπη και συχνά απρόβλεπτη. Και δεν γίνεται να υποκύψει στον εγωισμό που την απαιτεί  ροζ, γλυκιά και ηλιόλουστη. Και κανείς δεν μπορεί να της πει αφού βρέχεις δεν είσαι άνοιξη. Μοιάζεις με φθινόπωρο, θυμίζεις χειμώνα, είσαι αυτό που βλέπω, δεν είσαι η άνοιξη. Ξέρω εγώ που σε βλέπω, δεν είσαι εσύ. Αλλά εκείνη κι ας βρέχει, κι ας είναι παγωμένη, αμυγδαλιές και ροδακινιές ολάνθιστες φέρει. Ολάνθιστες, μέσα σε τοπία μουντά, ολάνθιστες. Παράτολμες. Η άνοιξη με μυρωδιές και ήχους που σε καλοκαιριάτικα απογεύματα αποβιβάζουν. Με χαρταετούς αναποφάσιστους και βραδείς. Αλλά χαρταετούς που ψάχνουν ουρανό.  Και τη ζωή που κοιμάται κρυμμένη στο χώμα αφυπνίζει. Και σαράντα μέρες ασκείται και γεννάει Ανάσταση. Είναι η άνοιξη που στο φως τους βολβούς οδηγεί. φρέζιες, νάρκισσους, μιγκέ και υάκινθους. Που καρπούς και άνθη υπόσχεται. Αυτή που μέσα στον χειμώνα κρύπτεται, αυτή που στον χειμώνα τον βαρύ περιέχεται και από τα μέσα του Γενάρη μυστικά εντελώς προοικονομείται.  Και όσοι το βλέμμα τους νογά, σε γόνατα και κόμπους κλαδιών, εκεί, τέλη Γενάρη, τέλη χειμώνα πρώτοι τη δέχονται. Και είναι αυτή η ίδια και τότε μυστική και κρυπτόμενη και μέσα Μαΐου στη μεγάλη της δόξα θριαμβεύουσα.



Από δίπλα η μικρή ροδιά. Καρπός στολίδι απομένει μετέωρος.
Και από μια ρωγμή η ζωή μαρτυρείται.