Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Το πένθος ταιριάζει στο Βαρόσι


Το πένθος ταιριάζει στο Βαρόσι

            Το πένθος ταιριάζει στο Βαρόσι. Στην πόλη που βροχερή αναστοχάζεται τις απώλειές της. Και δεν αναστέλλει τον θρήνο της για κανέναν λόγο. Η πόλη που δεν έχει τίποτα να περιμένει. Η πόλη που δεν της επιτρέπεται πια να περιμένει. Που οφείλει να μετατρέψει το θρήνο της σε πολιτική πράξη. Με όποιον τρόπο μπορεί.
            Δεν μπορεί να περιμένει αυτούς που τη διαχειρίζονται και γνωρίζουν μόνο να παρίστανται επικήδειοι δημοσία δαπάνη. Αυτούς που το 2004, όταν η οικία Φράγκου είχε αρχίσει να γέρνει απειλητικά, είχαν συγκαλέσει εσπευσμένα διευρυμένη σύσκεψη φορέων για να διαβουλευθούν, πάντα μετά τη συμφορά, πάντα μετά το κακό. Και τότε πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Δύο χρόνια μετά, το τελευταίο βράδυ του Οκτωβρίου του 2006 (Οκτώβριος πάλι, τι σύμπτωση) στην πρώτη μετά την πανηγυρική επανεκλογή των τωρινών διαχειριστών συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η φωτιά στην κατοικία Λαμπρόπουλου απείλησε ζωές και περιουσίες. Ο δυνατός αέρας συμμάχησε με τη φωτιά και αποτέλειωσε το περήφανο διώροφο, ευτυχώς όμως το έγκλημα δεν πολλαπλασιάτηκε. Τότε και πάλι, μετά τη φωτιά, διαβουλεύονταν οι διαχειριστές (ήμουν παρούσα ως δημοτική σύμβουλος σ’ αυτή τη διαβούλευση) αναγορεύοντας το Βαρόσι σε «βαριά βιομηχανία της πόλης», τι ειρωνεία... Και τώρα, κατά σύμπτωση, υποθέτω, προεκλογικά, μέσα σε λίγες μέρες είδαμε δύο κατοικίες της συνοικίας να κατεδαφίζονται: το δεύτερο πάτωμα της οικίας Φράγκου και η μοιραία  κατοικία Ζήμνα. Γιατί τώρα;  Τι άλλαξε; Πού πήγε η αυστηρότητα της Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων;  Η πόλη έχει ερωτήματα και δεν μπορεί να περιμένει.
            Δεν μπορεί να περιμένει  ούτε τα «φρέσκα» πρόσωπα που κοσμούν τα ψηφοδέλτια, τους νέους, αυτούς που είναι, λέει, εξ ορισμού φορείς του καινούργιου και του καινοτόμου. Αυτούς που οι διαχειριστές καλούν γιατί έτσι νομίζουν ότι συγκαλύπτουν το αφυδατωμένο πρόσωπο της εξουσίας τους.
            Δεν μπορεί να περιμένει  ούτε και τους επίδοξους διαχειριστές που επενδύουν σχεδόν αποκλειστικά στην ανάγκη όλων μας να αλλάξει το σκηνικό. Αυτούς που επείγονται να πάρουν στα χέρια τους την πόλη αλλά δεν ξέρουν τι ακριβώς να την κάνουν. Αυτούς που μετά βίας, μία βδομάδα προ των εκλογών καταδέχτηκαν να κυκλοφορήσουν το πρόγραμμά τους, επειδή φαίνεται ότι ανακάλυψαν τελικά γιατί επιθυμούν να γίνουν διαχειριστές στη θέση των διαχειριστών. Επειδή, σ΄αυτόν τον τόπο δεν σου σφηνώνεται πρώτα μια ιδέα, ενα πλάνο, ένα όραμα και αποφασίζεις να πολιτευτείς για να το πραγματώσεις, αλλά το ακριβώς αντίστροφο: επιθυμείς διακαώς να γίνεις χαλίφης και κατόπιν καταστρώνεις κι ένα πλάνο για το άλλοθι. 
...
            Δυο μαυροφορεμένα παιδιά και μια γυναίκα, η μητέρα τους, χίλια κομμάτια, να την υποβαστάζουν οι γύρω της. Εργατικό ατύχημα, το πιο σκληρό. Να σε βγάζουν νεκρό μέσα απ΄ τον χώρο της δουλειάς σου. Δύο άντρες, οικονομικοί μετανάστες, δύο εργάτες νεκροί. Και η κυρία Αθηνούλα – κυρία με υποκοριστικό, η αρχοντική της γλυκύτητα δικαίωνε την προσφώνηση -  πάνω στη στιγμή του κεράσματος, της προσφοράς της. Και σεις; Πώς νιώθετε που τόσα χρόνια δεν κάνατε απολύτως τίποτα; Πώς νιώθετε που κοιμόσασταν τα βράδια χωρίς εφιάλτες; Απλοί άνθρωποι, διασχίζαμε τη συνοικία και σφιγγόταν η καρδιά μας, ποιόν θα θάψουν τόσα ετοιμόρροπα; Και σεις, οι  διαχειριστές αυτής της πόλης – όχι, άρχοντές της δεν υπήρξατε ποτέ -  δεν είχατε άγχος, δεν τρέματε μήπως γίνει το κακό; Έτσι χρονίζει αβοήθητο και το υπέροχο αρχοντικό του Ρεβυθιάδη, ερείπιο πια, στην πλατεία των Δικαστηρίων, έτσι και ο Μύλος του Πίγκα στην κορυφή της Αγίου Δημητρίου, το φάντασμά του τρομοκρατεί τους περιοίκους καθώς καταρρέει. Έτσι και αρκετά ακόμη σπίτια στο Βαρόσι. Καταφέρατε τα σπίτια αυτά να γίνουν απειλή. Να καταρρέουν και να μην μπορούν πια παρά μόνο να κατεδαφιστούν και να στηθούν στην καλύτερη περίπτωση τα ομοιώματά τους ανέκφραστα μέσα στην αλαζονεία του καινούργιου.

Β.Μελικίδου                                                            


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου